Στις 20 Δεκεμβρίου, η συνδρομητική υπηρεσία του Netflix έκανε την πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης σειράς The Witcher, μιας σειράς που βασίζεται πάνω στα ομώνυμα βιβλία και φέρνει τις περιπέτειες του ασπρομάλλη γητευτή στις οθόνες μας. Έχοντας παίξει τα παιχνίδια, με τα βιβλία να ακολουθούν λίγο αργότερα, μου βγήκε η επιθυμία να μεταφέρω την γνώμη μου για την νέα σειρά.

Η πρώτη σεζόν διηγείται την ιστορία του Geralt της Rivia, ενός Witcher, δηλαδή ενός μισθοφόρου κηνυγού τεράτων που χρησιμοποιεί ασημένια σπαθιά, φίλτρα για να ενισχύσει τις αίσθησεις και την απόδοση του, αλλά και όλες τις γνώσεις που πήρε από την εκπαίδευση που έλαβε στο Kaer Morhen. Ως ένα τεχνητό τέρας, ο Geralt αντιμετωπίζει πέρα από πλάσματα και την απέχθεια του κόσμου μιας και ο ίδιος αποτελεί το «αναγκαίο» κακό για την αντιμετώπιση αυτών τεράτων.

Η ιστορία της σειράς ακολουθεί παράλληλα και άλλους χαρακτήρες όπως την πριγκίπισσα Cirila, και την μάγισσα Yennefer. Ο Geralt ως ήρωας μοιάζει να περνά πολλές φορές σε δεύτερη μοίρα με τις δύο συμπρωταγωνίστριες να έχουν επεισόδια αφιερωμένα πάνω τους. Για παράδειγμα θα παρακολουθήσουμε μερικά στοιχεία του παρελθόντος της Yennefer πριν γνωρίσει τον Geralt και γίνει η μεγάλη και τρανή μάγισσα που όλοι γνωρίζουμε.

Το πρώτο επεισόδιο ξεκινάει με μια μεγάλη σφαγή τόσο σε ένα από τα χωριά της χώρας αλλά και σε ένα από τα μεγαλύτερα βασίλεια. Η Cirila θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα και καλείται να βρει τον Geralt για να ολοκληρωθεί το πεπρωμένο τους σε έναν κόσμο όπου μαστίζεται από τον πόλεμο που ξεκίνησε το Nilfgaard. Όλα τα βασιλεία προετοιμάζονται για τον μεγάλο πόλεμο, με το Nilfgaard να ψάχνει την Cirila για τις δυνάμεις που κρύβει μέσα της. Σκοπός του Geralt κατά την διάρκεια της σεζόν είναι να την βρει και να την κρατήσει ασφαλή ως θετός της πατέρας.

Ξεκινώντας από τα αρνητικά μιας σειράς που απροσδόκητα αγάπησα, το The Witcher προσπαθεί να μεταφέρει τις ιστορίες των δύο πρώτων βιβλίων με μια «μπερδεμένη» χρονική τοποθέτηση. Το πρώτο επεισόδιο ξεκινάει με μια εισβολή, με χαρακτήρες και γεγονότα γεμάτα μυστικά αλλά και έναν Geralt ανεξήγητα αποκομμένο απ’όσα συμβαίνουν. Όσο προχωράμε μέσα στα 8 επεισόδια θα διαπιστώσουμε ότι τα γεγονότα στην ζωή των τριών χαρακτήρων παρουσιάζονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους (παρελθόν, παρόν) χωρίς να υπάρχει κάποια ένδειξη για αυτό, αφήνοντας πολλούς με περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Αυτό ίσως να αποτελέσει πρόβλημα για όσους δεν έχουν διαβάσει τα βιβλία και δεν έχουν παίξει τα παιχνίδια μιας και υπάρχουν αναφορές και πολλές ορολογίες που επεξηγούνται μέσα σε αυτά. Δεν αντιμετώπισα ιδιαίτερο πρόβλημα στην παρακολούθηση και την χρονική αντιστοίχηση των γεγονότων αλλά μπορώ να αναγνωρίσω πως κάποιος που δεν έχει ιδέα από το σύμπαν, θα μπερδευτεί αρκετά. Φτάνοντας όμως προς το τέλος, οι ιστορίες τους ευθυγραμμίζονται με την τελευταία πράξη να στρώνει το έδαφος για την δεύτερη σεζόν.

Ένας από τους πρώτους και μεγαλύτερους φόβους μου ήταν το «ταίριασμα» των ηθοποιών με τους χαρακτήρες. Ο Henry Cavill που δηλώνει φαν των βιβλίων και των παιχνιδιών ανταποκρίνεται τόσο στις απαιτήσεις του ρόλου (αλλά και του κοινού) και μας δίνει έναν Geralt όσο πιο πιστό γίνεται σε αυτό που έχουμε ως εικόνα στο μυαλό μας. Η φωνή του μπορεί εύκολα να παρομοιαστεί με αυτή του Douglas Steven Cockle καθώς έχει την βαριά χροιά που ξέρουμε – πάρα τις αισθητές διάφορες. Πέρα από την φωνή, τα «χορευτικά» για τις μάχες και τα signs είναι πίστα σε αυτά των παιχνιδιών με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας χαρακτήρας που δεν περιμέναμε ότι θα αποτυπωθεί τόσο καλά.

Ένας ακόμα ηθοποιός που αξίζει εύσημα είναι και ο Joey Batey, στον ρόλο του Jaskier – ή γνωστού και ως Dandelion – o οποίος αποτελεί την κατάλληλη αντίθεση για τον ‘σκοτεινό’ Geralt με τραγούδια και μια πιο ευχάριστη διάθεση για τα παντα γύρω του. Ηδη από το δεύτερο επεισόδιο μας δίνει ένα πανέμορφο, ‘catchy’ τραγούδι για το οποίο η αντίδραση μας μπορεί να παρομοιαστεί με αυτή του τραγουδιού της Priscilla από το Wild Hunt. Ξεκινάμε με μια διάθεση «σε παρακαλώ μην ξεκινήσεις το τραγούδι» και καταλήγουμε στο «σε παρακαλώ μην σταματάς να τραγουδάς».

Oι δύο συμπρωταγωνίστριες Anya Chalotra (στο ρόλο της Yennefer) και Freya Allan (στο ρόλο της πριγκίπισσας Cirila) μας δίνουν δύο χαρακτήρες λίγο διαφορετικούς απ’ότι θυμόμαστε. Η προϊστορία της Yennefer είναι συγκλονιστική και δικαιολογεί ορισμένα από τα στοιχεία του εκρηκτικού χαρακτήρα της – με ορισμένα από αυτά να συνδέονται κάπως άτσαλα στα τελευταία επεισόδια. Όσο για την Freya, αποδίδει μια Cirila που δείχνει μεγαλωμένη σε βασιλική οικογένεια και κουρασμένη με τα όσα λέγονται για την οικογένεια της. Η άγνοια της τονίζεται σε αρκετές καταστάσεις κατά την διάρκεια της αναζήτησης της μιας και λόγω αυτής θα βρεθεί πολλές φορές σε κίνδυνο.

Η παραγωγή του Netflix έκανε μια πολύ καλή δουλειά στο να μεταφερθούν οι τοποθεσίες, τα περιβάλλοντα, οι ιστορίες και τα σκηνικά όσο πιο πιστά γίνεται. Ξέρω πως μέχρι τώρα έχω γίνει κουραστικός τονίζοντας αυτό το γεγονός δεν μπορώ όμως να βγάλω από το μυαλό μου την μάχη με την Στρίγγα – που αποτελεί και την πρώτη ιστορία του πρώτου βιβλίου. Τα σκηνικά, ο τρόπος με τον οποίο ξεδιπλώνεται αυτή η ιστορία, ακόμα και η έκβαση της μάχης αποτυπώνονται όπως τα φανταζόμουν από τα βιβλία. Επιπλέον, τα τέρατα και τα εφέ ήταν αρκετά ποιοτικά. Τέρατα όπως η Στρίγγα και τα Ghouls είχαν μια αρκετά φρικιαστική εμφάνιση και ο φωτισμός βοηθούσε στο να μην μοιάζουν αφύσικα με τον περίγυρό τους χωρίς όμως να χάνονται οι σημαντικές λεπτομέρειες.

Τα πλάνα αξίζουν με την σειρά τους μια αναφορά καθώς σε ορισμένες λήψεις η κάμερα είχε τοποθετηθεί πάνω από τον ώμο του χαρακτήρα που ακούει τον συνομιλητή του – όπως και στο παιχνίδι. Αυτή είναι μια μικρή πινελιά που ίσως περάσει απαρατήρητη από πολλούς αλλά με έκανε να χαμογελάσω μιας και πίστεψα ότι είχαν στον νου τους την θέση που είχε η κάμερα στο Wild Hunt. Επίσης, να σημειωθεί πως πολλές από τις τοποθεσίες όπως τα κάστρα και τα δάση βρίσκονται στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα στην Πολωνία. Έτσι, δίνεται η εντύπωση πως βρισκόμαστε όντως στον κόσμο που προσπάθησε να ζωντανέψει ο Andrzej Sapkowski μέσα από τα βιβλία του.

Οι υποθέσεις που αντιμετωπίζει ο Geralt μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ως Side Quests στην κεντρική ιστορία. Είναι εκείνες οι αποστολές που είδαμε στο The Witcher 3, κια πολλές φορές είχαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και από την ίδια την ιστορία. Στις περισσότερες από αυτές η υπόθεση ξεκινούσε ως ένα κλασσικό κηνύγι κάποιου τέρατος με την πραγματικότητα να κρύβει εκπλήξεις. Αυτό συμβαίνει και κατά την διάρκεια των επεισοδίων. Συχνές ανατροπές και πολλά πράγματα που με μια πρώτη ματιά μας διαφεύγουν.

Κάποια αμφιλεγόμενα στοιχεία που διάβασα πριν αρχίσω την σειρά αφορούσαν την βία και τις σκηνές σεξουαλικού περιεχομένου. Πολλοί θεατές και κριτές κάνανε λόγο πως οι σκηνές μάχης δεν ήταν τόσο βίαιες – πράγμα που υπόκειται σε προσωπικές προτιμήσεις – ενώ οι σκηνές σεξ ήταν πολύ «μαζεμένες». Έχοντας παίξει το παιχνίδι αρκετές φορές μπορώ να πω πως η βία ήταν όπως την έχουμε μάθει, με αίμα να κυλάει άφθονο, άκρα να κόβονται χωρίς διακρίσεις και τα σωθικά χαρακτήρων να ποτίζουν το χώμα. Από την άλλη, το σεξ, αν και δεν ήταν τόσο συχνό, είχε την εξέλιξη που έχουμε μάθει από τα παιχνίδια – δηλαδή αργές, αισθησιακές κινήσεις με πολλά να αφήνονται στην φαντασία μας.

Τελειώνοντας, δεν θα μπορούσα να παραλείψω την μουσική. Το ‘Toss a coin to your Witcher‘ που παίζει στο δεύτερο επεισόδιο είναι το τραγούδι του χειμώνα και όσες φορές και να το ακούσουμε δεν το βαριόμαστε. Πολλά από τα κομμάτια που παίζουν κατά την διάρκεια των σκηνών, θα μας θυμίσουν τα μουσικά σύνολα του Marcin Przybyłowicz (συνθέτης Witcher 3: Wild Hunt) αλλά υπήρχαν και στιγμές που νιώσαμε πως η μουσική ήταν ‘άκυρη’ με αυτό που διαδραμματιζόταν στην οθόνη μας.

Τις προηγούμενες μέρες διάβασα αρκετές κριτικές που ‘έθαβαν’ την σειρά για πολλούς και διάφορους λόγους. Από την μία, μπορώ να καταλάβω γιατί πολλοί θεατές μπορεί να δυσαρεστήθηκαν από πολλά στοιχεία της σειράς (και της ιστορίας γενικότερα) αλλά μην ξεχνάμε πως αρκετά μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να δουν μια σειρά «μονοκοπανιά» για να μπορέσουν να γράψουν την κριτική. Αυτό σημαίνει παράλληλα πως πολλοί τις βλέπουν με το ζόρι για να μπορέσουν να συντάξουν κάτι. Προσωπικά, θεωρώ πως το The Witcher καταφέρνει να ανταποκριθεί ως επί τω πλείστον στο hype και να γεμίσει το οποιοδήποτε κενό μπορεί να μας άφησε το τέλος του The Witcher 3.

Τίποτα απ’όσα έγραψα δεν σημαίνουν πως η σειρά δεν μπορεί να βελτιωθεί μακροπρόθεσμα. Η πρώτη σεζόν αποτελεί και μια καλή αρχή για να μάθει η παραγωγή από τα λάθη της και να τα διορθώσουν αργότερα. Φίλοι που κάθισαν να δουν την σειρά χωρίς να έχουν ιδιαίτερη ιδέα από τα παιχνίδια και τα βιβλία δήλωσαν αρκετά ευχαριστημένοι και ανυπομονούν για την δεύτερη σεζόν. Το ίδιο μπορώ να πω και για εμένα μιας και είδα και τα οχτώ επεισόδια μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο.

Σε γενικές γραμμές, το The Witcher του Netflix αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη για μένα. Ξεκίνησα την προβολή με μικρές προσδοκίες αλλά τελείωσα έχοντας μεγάλες ελπίδες για το μέλλον. Συμβουλή μου για όσους δεν γνωρίζουν την σειρά ή δεν έχουν ξανακούσει για αυτή είναι να διαβάσουν σίγουρα τα βιβλία για να έχουν και μια πιο σφαιρική εικόνα. Επιπλέον, καλό θα ήταν να δείξουμε μεγάλη προσοχή στην εξέλιξη των γεγονότων μιας και δεν είναι μια ‘ελαφριά’ σειρά που την βάζεις για να χαλαρώσεις, αλλά για να ψυχαγωγηθείς.