Όλοι, λίγο-πολύ, γνωρίζουμε την Dontnod Entertainment (ή γνωστή και ως DONTИOD). Η Γαλλική εταιρεία με βάση το Παρίσι, ιδρύθηκε τον Μάιο του 2018 και άρχισε να αναδεικνύει το ταλέντο των σχεδιαστών της από το 2013 με τον πρώτο action-adventure τίτλο τους, το Remember Me (2013). Δυστυχώς, το εν λόγω παιχνίδι, παρόλο που είχε μια ενδιαφέρουσα ιστορία και ένα διαφορετικό gameplay από αυτά που είχαμε συνηθίσει, δεν πούλησε τα αναμενόμενα ώστε να διατηρηθεί το χρηματικό απόθεμα της εταιρείας. Με το κλείσιμο να απειλεί την μικρή εταιρεία, η Square Enix μπαίνει στην μέση και με την βοήθειά της, η Dontnod κατάφερε να αναπτύξει και να εκδόσει το Life Is Strange (2015), ένα Narrative-Adventure παιχνίδι που κατάφερε να εντυπωσιάσει. Η επιτυχία του είχε σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του πρόσφατου RPG δράσης Vampyr και στο επερχόμενο Life Is Strange 2.

Το Vampyr, για το οποίο καλούμαστε να μιλήσουμε σήμερα, είναι ένα Action-RPG που δίνει πολύ βάση στην διήγηση και τις επιπτώσεις των πράξεών μας στην πόλη του Λονδίνου. Σε πολλούς από εμάς θα θυμήσει το Vampire: The Masquerade – Bloodlines με αρκετά στοιχεία από το gameplay του Life is Strange, και ένα σύστημα προόδου και μάχης από τίτλους όπως το The Witcher 3. Αναλαμβάνουμε τον ρόλο του Dr. Jonathan Reid, ενός γιατρού που επιστρέφει μετά τον πόλεμο στο Λονδίνο του 1918 και με τις ιατρικές μας γνώσεις, όπως και με τις υπερφυσικές μας ικανότητες, καλούμαστε να σώσουμε την χώρα.

Η ανάπτυξη του Vampyr ξεκίνησε με μια ομάδα 60 ατόμων, ενώ αργότερα μεγάλωσε στα 80. Πολλοί από τους σχεδιαστές είχαν ασχοληθεί με το Life Is Strange, κάτι που φαίνεται αρκετά στην εμφάνιση του τίτλου και το gameplay. Το προσχέδιο ήθελε την ιστορία να λαμβάνει χώρα στην Αμερική του 1950, αλλά όταν ο Stéphane Beauverger έγινε μέλος της ομάδας, θεωρήθηκε πιο σωστή η επιλογή μιας γοτθικής Αγγλίας που κινδύνευε από ορατούς και μη, εχθρούς. Μετά από ένα τεχνικό πρόβλημα που οδήγησε στην καθυστέρηση της κυκλοφορίας του, το Vampyr κυκλοφορεί πλέον για υπολογιστές και κονσόλες νέας γενιάς.

Από την Ισπανία με αγάπη

Λονδίνο, Αγγλία, 1918. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει αφήσει το στίγμα του στις περισσότερες περιοχές της χώρας η οποία βρίσκεται στα πρόθυρα τις κατάρρευσης. Η οικονομία έχει διαλυθεί, πολίτες έχουν χάσει την ζωή τους, αγαπημένα πρόσωπα έγιναν μάρτυρες του πολέμου, οι θέσεις εργασίας έχουν μειωθεί, ο ρατσισμός συνεχίζει να διχάζει την κοινωνία, και η εξαθλίωση αποτελεί πλέον ένα καθημερινό φαινόμενο. Ένα νέο είδος πολέμου όμως, απειλεί για ακόμα μια φορά την ζωή τους. Η Ισπανική Πανδημία (Influenza) σκοτώνει ολοένα και περισσότερους ασθενείς με τους γιατρούς να αδυνατούν να βοηθήσουν λόγω των περιορισμένων πόρων και της έντασης στις περιοχές.

Ο Dr. Jonathan Reid, αναγνωρισμένος χειρούργος, ερευνητής και πρώην στρατιωτικός γιατρός, επιστρέφει στην πατρίδα του μετά τον πόλεμο για να συναντήσει την αδερφή του και να βοηθήσει σε αυτή την δύσκολή περίοδο. Η νέα μελέτη του στην μετάγγιση αίματος έχει σώσει εκατομμύρια ζωές και τον έκανε διάσημο στον ιατρικό κόσμο με αποτέλεσμα να έχει ευνοική μεταχείριση από τους συναδέλφους του. Η επιστροφή του στιγματίζεται από μια ανώνυμη επίθεση που τον μετατρέπει σε έναν αιμοδιψή βρυκόλακα. Ο Reid ανακαλύπτει την ύπαρξη ενός νέου σκοτεινού κόσμου όπου οι απέθαντοι, οι βρυκόλακες, και άλλα φανταστικά θηρία συνυπάρχουν στα πιο σκοτεινά σοκάκια της Αγγλίας. Ως «νεογέννητος» βρυκόλακας με μια ασταμάτητη επιθυμία για αίμα και μέσα σε έναν άγνωστο κόσμο, ο Reid προσπαθεί να προσεγγίσει την νέα κατάσταση με τον καλύτερο τρόπο: λογική σκέψη. 

Δυστυχώς, η επιστήμη δεν έχει τις απαντήσεις που ψάχνει οπότε βασίζεται στην εξυπνάδα και την λογική του προκειμένου να βρει την πηγή του κακού. Ο Reid ψάχνει απαντήσεις στις χιλιάδες ερωτήσεις που γεννήθηκαν από την νέα κατάσταση, και αυτές θα τις βρει μόνο από άλλα πλάσματα της νύχτας, σε έρευνες πάνω στο αίμα των εχθρών του και στα χαρακτηριστικά των απέθαντων, και κυρίως από εκείνον που τον μετέτρεψε σε βρυκόλακα και του κατέστρεψε την ζωή. Για τον σκόπο αυτό θα χρησιμοποιήσει το επάγγελμα του γιατρού για να αποκτήσει πρόσβαση στο δικό του γραφείο – ερευνητικό κέντρο, να έρθει σε επαφή με περισσότερους ανθρώπους, και να ανακαλύψει μυστικά και ιστορικά στοιχεία για τις σκοτεινές κοινότητες που υπάρχουν από τα αρχαία χρόνια.

Η Dontnod μας δείχνει για ακόμα μια φορά τις διηγητικές της ικανότητες. Η ιστορία ξεκινάει με έναν μικρό μονόλογο από τον «αρχι-βρυκόλακα»  που μας βάζει στην λογική του παιχνιδιού και του κόσμου του. Ο χαρακτήρας μας ξυπνάει σε μια λακούβα πτωμάτων έχοντας μόνο λιγοστές από τις αισθήσεις του. Η δίψα για αίμα είναι πολύ μεγάλη και αυτό μας οδηγεί στο να σκοτώσουμε την αδερφή μας πίνοντάς της το αίμα. Έτσι, αρχίζουμε ένα ταξίδι βασισμένο στην εκδίκηση και τη περιπλάνηση στο άγνωστο.

Το Vampyr μας παίρνει από το χέρι και μας δείχνει μερικούς από τους βασικούς μηχανισμούς όπως το σύστημα δημιουργίας, το ξεκλείδωμα ικανοτήτων και το σύστημα μάχης. Από εκείνη την στιγμή και μετά, αρχίζει και ξετυλίγεται το «ζουμί» του παιχνιδιού και αναδεικνύεται η σημασία των υπόλοιπων χαρακτήρων στην κεντρική ιστορία και στην εξέλιξη του χαρακτήρα μας από έναν απλό βρυκόλακα, σε έναν παντοδύναμο σκοτεινό ημίθεο.

Σε άλλα παιχνίδια ρόλων, οι NPCs δεν έχουν μεγάλη σημασία και αποτελούν απλά στοιχεία εμπλουτισμού σε κάποιον άδειο κόσμο. Δεν τους δίνουμε μεγάλη προσοχή καθώς έχουν συγκεκριμένες γραμμές διαλόγου, ακολουθούν ένα προκαθορισμένο μονοπάτι και έχουν συγκεκριμένο σκοπό. Το Vampyr έρχεται να τα αλλάξει όλα αυτά με την ξεχωριστή του προσέγγιση. Οι χαρακτήρες μετατρέπονται από ανώνυμους πολίτες σε «κλειδιά» που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξιστόρηση και στην ιστορία του Dr. Reid. Όλοι τους συνδέονται μέσω σχέσεων και γεγονότων και η απώλεια του ενός επηρεάζει την ζωή του άλλου. Για τον Reid, μπορεί να αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών ή πιο απλά, πηγή βιταμινών. Μέσω της ιδιαίτερης όρασής μας, μπορούμε να δούμε το όνομά τους, σημαντικά στοιχεία για την υγεία τους, και πόσους πόντους εμπειρίας μας δίνουν αν τους σκοτώσουμε.

Η σημασία τους και στις δύο περιπτώσεις είναι μεγάλη, άσχετα αν θα ακολουθήσουμε τον δρόμο του καλού ή του κακού. O θάνατος κάποιου χαρακτήρα επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση της πόλης, την διάθεση των πολιτών και την υπόληψή μας. Για να πω την αλήθεια, είναι πολύ δελεαστική η κατάποση αίματος κάποιου πολίτη καθώς ανάλογα με το επίπεδο υγείας του, την κοινωνική του τάξη και τον χαρακτήρα του, τόσο περισσότεροι είναι οι πόντοι εμπειρίας που μπορούμε να μαζέψουμε. Και πιστέψτε με, οι πόντοι αυτοί μαζεύονται πολύ δύσκολα αν επιλέξουμε τον δρόμο του καλού Σαμαρείτη.

Χτύπα κι’ άλλο

Πολλές είναι οι φορές που θα βασιστούμε στην ομορφιά μας, και την εξυπνάδα μας για να πάρουμε τις πληροφορίες και τις αποφάσεις που χρειαζόμαστε. Αντίστοιχα όμως, πολλές είναι και οι φορές που θα πρέπει να κάνουμε θελλήματα για να εξασφαλίσουμε την εμπιστοσύνη κάποιου. Μέσα σε αυτά συγκαταλέγονται επισκέψεις σε πιο επικίνδυνες πόλεις, η θανάτωση τεράτων και θηρίων στα πλαίσια της εξερεύνησης, και η συναναστροφή μας με πιο επιθετικά άτομα. Οποιοσδήποτε στο παιχνίδι μπορεί να γίνει στόχος, πράγμα που θα έχει τις ανάλογες συνέπειες. Ο Reid μπορεί να μετατρέψει τους ανθρώπους σε βρικόλακες και για να να εισέλθει σε ένα σπίτι μόνο αν το κατορθώση μέσω ιδιαίτερης πρόσκλησης, με όποιο τρόπο και αν αποκτάται αυτή. Οι ντόπιοι έχουν διαφορετικό υπόβαθρο, σχέσεις και καθημερινές συνήθειες. Αν σκοτωθούν, θα μεταδώσουν στον Reid την τελευταία τους σκέψη. Η ικανότητα του «Mesmerise» μπορεί να καθορίσει τη συμπεριφορά των πιο αδύναμων στόχων, όπως τον εξαναγκασμό να αποκαλύψουν σημαντικές πληροφορίες. Αναλόγως τις αποφάσεις μας, θα οδηγηθούμε σε ένα από τα τέσσερα διαφορετικά τέλη.

Τι γίνεται όμως αν θέλουμε να προσεγγίσουμε κάθε κατάσταση λίγο πιο επιθετικά, ή αν θέλουμε να βάλουμε λίγη περισσότερη δράση στην ζωή μας;

Το σύστημα μάχης μου θύμησε αρκετά αυτό του The Witcher 3 και του Dark Souls. Ξέρω, ακούγεται χαζό να συγκρίνω παιχνίδια άλλων ομάδων όμως υπάρχουν πολλά στοιχεία που μας οδηγούν σε αυτή την σύγκριση. Αρχικά, ο χαρακτήρας μας έχει τρεις ξεχωριστές μπάρες: την μπάρα υγείας, την μπάρα αντοχής, και την μπάρα αίματος. Η μπάρα ζωής μπορεί να γεμίσει αυτόματα όσο βρισκόμαστε εκτός μάχης, ενώ η αντοχή χρησιμοποιείται όταν τρέχουμε, αποφεύγουμε επιθέσεις ή όταν εξαπολύουμε φυσικές επιθέσεις. Αν η μπάρα τελειώσει πρέπει να περιμένουμε για να μπορέσουμε να ξαναεπιτεθούμε, γεγονός που κάνει τις μάχες μας αρκετά δυσκολότερες. Η μπάρα αίματος μας επιτρέπει να εξαπολύουμε βαμπιρικές επιθέσεις όπως η εφαρμογή ασπίδας στο σώμα μας ή την απελευθέρωση παλουκιών από το έδαφος (και άλλες παρόμοιες σκοτεινές επιθέσεις).

Ο Reid μπορεί να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα δύο διαφορετικά όπλα όπως μαχαίρια, τσεκούρια, σπαθιά, παλούκια και πιστόλια, ή καραμπίνες. Οι συνδυασμοί τους μας γυρνάνε σε μια πιο γοτθική περίοδο της Αγγλίας, με κηνυγούς φαντασμάτων και βρυκολάκων από μυθιστορήματα και ταινίες φαντασίας. Κατά την διάρκεια της περιπλάνησής μας θα έρθουμε αντιμέτωποι με Χριστιανούς, κηνυγούς τεράτων, βρυκόλακες, ζόμπι και λυκάνθρωπους. Κάθε πλάσμα έχει ανοχές και αδυναμίες σε διαφορετικούς τύπους επιθέσεων και έρχονται μαζί με τις δικές τους ικανότητες. Φυσικά, μπορούμε να πιούμε το αίμα των αντιπάλων μας για να χρησιμοποιήσουμε τις ικανότητές μας και αν τους σκοτώσουμε παίρνουμε μερικούς πόντους εμπειρίες – που ποτέ δεν είναι αρκετοί για να εξελιχθούμε περαιτέρω.

Όταν έβλεπα τα Trailer του παιχνιδιού, ανησυχούσα για το σύστημα μάχης. Δυστυχώς, οι φοβίες μου επιβεβαιώθηκαν καθώ κάθε μάχη δίνει την εντύπωση ενός ρηχού πρόσθετου που απλά υπάρχει για να προσφέρει ποικιλία και διάρκεια. Το βασικότερο πρόβλημα εντοπίζεται στην αίσθηση που δίνουν τα χτυπήματα μας. Πέρασα μερικές ώρες σκεπτόμενος κάποιο παιχνίδι που θα μπορούσα να το συγκρίνω. Αμέσως, σκέφτηκα το Dying Light της Techland. Για όποιον γνωρίζει, είναι ένα πολύ καλό παιχνίδι που εστιάζει στις μάχες σώμα-με-σώμα και το κάνει σε προοπτική πρώτου προσώπου. Θυμάμαι λοιπόν, ότι κάθε χτύπημα είχε βάρος. Νιώθαμε πως χτυπούσαμε κρέας, πως κόβαμε κομμάτια και πως κάθε κίνησή μας είχε σημασία.

Το Vampyr έχει ένα κακοφτιαγμένο σύστημα μάχης με γερές βάσεις, και για αυτό ευθύνεται η κίνηση του ήρωα και των αντιπάλων. Κάθε κίνηση μας εκτοξεύει αρκετά βήματα μπροστά, σαν να κάνουμε moonwalk προς τους αντιπάλους μας. Τα όπλα μας περνάνε μέσα από το σώμα τους χωρίς να έχουμε κάποια οπτική επιβεβαίωση για το εκάστοτε χτύπημα, και όσο πιο σκληρή και αν είναι η επίθεσή μας, ποτέ δεν βλέπουμε χέρια ή κεφάλια να κόβονται. Σαν βρυκόλακες έχουμε ορισμένες ικανότητες που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να επιβληθούμε ευκολότερα ή για να ξεφύγουμε από μια δύσκολη κατάσταση. Όσο μαζεύουμε πόντους εμπειρίας, τόσο πιο δυνατές γίνονται αλλά και αυτές φαντάζουν πιο αδύναμες απ’ότι θα θέλαμε, ειδικά σε πιο δυνατούς, από εμάς, εχθρούς.

Κατάλληλο: Απαραίτητη η γονική συναίνεση

Τα γραφικά του Vampyr είναι αρκετά απλά για ένα παιχνίδι του 2018. Πολλά από τα σχέδια τον χαρακτήρων, τα textures και η αισθητική ορισμένων μοντέλων θα μας θυμίσει αρεκτά το Life is Strange. Ωστόσο, η ατμόσφαιρα του σκοτεινού, «άρρωστου» Λονδίνου, είναι μια από τις καλύτερες που μπορούμε να βρούμε σε ένα τέτοιου είδους παιχνίδι. Βρισκόμαστε όντως σε ένα μεταπολεμικό Λονδίνο, όπου οι αρρώστιες και το παραφυσικό έχουν αποδυναμώσει τον πληθυσμό σε επικίνδυνα επίπεδα. Η νύχτα είναι βαθειά, οι γειτονιές βρώμικες, και η βροχή ενισχύει το αίσθημα θλίψης και εξαθλίωσης. Τα χρώματα που έχουν επιλεγεί δένουν αρμονικά και σχηματίζουν σκηνικά που ενώ είναι αντίθετα μεταξύ τους, αποτελούν τις δυο πλευρές ενός νομίσματος.

Ένα από τα αρνητικά που θα απέδιδα έχει να κάνει με την κίνηση και τις εκφράσεις των χαρακτήρων, ειδικά όταν συζητάμε μαζί τους. Συνολικά, θα συναντήσουμε 60 πολίτες που ο καθένας έχει την δική του προσωπικότητα και ιστορία. Ο μόνος που θυμάμαι χαρακτηριστικά είναι ο Harry, ο γιος ενός συμμορίτη, που σιχαίνεται την ζωή στο Whitechapel, δεν αντέχει τον πατέρα του, και δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος με την ζωή. Ήταν και ο μόνος χαρακτήρας που οι εκφράσεις του συμφωνούσαν με την διάθεσή του. Όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες, είτε ευδιάθετοι, είτε όχι, είχαν ένα ανέκφραστο βλέμμα και οι κινήσεις τους ήταν επαναλαμβανόμενες – κινήσεις όμως, που δεν είχαν να κάνουν με την συζήτηση ή το θέμα της. Έτσι, το αναμφισβήτητα καλό voice acting καλύπτεται από αυτές τις ατέλειες και δημιουργεί ένα περίεργο οπτικοακουστικό αποτέλεσμα.

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ λίγο και στο User Inteface. Στα περισσότερα παιχνίδια, αυτό το στοιχείο είναι αδιάφορο, και καμιά φορά ασήμαντο, όμως στην περίπτωση του Vampyr, δεν «κάθεται καλά στο μάτι» μας. Οι μπάρες υγείας των αντιπάλων μας εμφανίζονται πάνω από το κεφάλι τους λες και βρισκόμαστε σε κάποιο MMO, είναι πολύ μεγάλες και πολύ τετραγωνισμένες δίνοντας μια άσχημη εικόνα. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα μενού που έχουν μεγάλα εικονίδια, μεγάλες μπάρες και άσχημο σχέδιο. Θα ήταν λογικό να δούμε ένα τέτοιο UI σε πειραματικά στάδια ή Early Access φάσεις, αλλά εδώ μιλάμε για ένα τελειωμένο προιόν υψηλής ποιότητας.

Πιο γρήγορο και από το πέπλο της νύχτας

Κάτι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι η απόδοση, το πόσο καλά τρέχει ο τίτλος. Σε ένα σύστημα σαν το δικό μου (Intel Core i5-4690, Nvidia GTX 1060 @3GB, 8GB Ram και Windows 10), οι ρυθμίσεις είχαν τεθεί αυτόματα στην μέγιστη ανάλυση και στα μέγιστα οπτικά. Καθόλη την διάρκεια του παιχνιδιού δεν αντιμετώπισα ιδιαίτερα προβλήματα, τα καρέ παρέμεναν σταθερά και δεν παρατηρήθηκαν αισθητά προβλήματα. Αυτό που πρέπει να προσέχουμε όμως έχει να κάνει με τις πολλαπλές διεργασίες που τρέχουν στο παρασκήνιο, και το Alt-tabbing σε Fullscreen mode. Παίζοντας και δουλεύοντας σε άλλα πράγματα παράλληλα, ήταν αρκετές οι φορές που αναγκάστηκα να επανεκκινήσω το μηχάνημά μου. Το παιχνίδι παρέμενε ανοιχτό με την μουσική να παίζει και ήταν αδύνατη η επιστροφή μου μέσα σε αυτό. Ακόμα και αν ενεργοποιούσα τον Task Manager, δεν μπορούσα να τον φέρω μπροστά για να κλείσω το παιχνίδι. Αλλάζοντας σε Borderless Windowed διορθώνεται το πρόβλημα αλλά είναι μια βασική ατέλεια.

Στο τομέα των προβλημάτων έχουμε και τις παρεμβολές στον χειρισμό. Πιο συγκεκριμένα, μετά από ένα κομμάτι διαλόγου, αν κρατήσουμε πατημένο κάποιο πλήκτρο κατεύθυνσης αυτό παραμένει κολλημένο και δεν μπορούμε να κινηθούμε αλλού. Είναι ένα μικρό θεματάκι που λύνεται με το «Esc» ή το Pause γενικότερα, και δεν επηρεάζει άμεσα το γενικότερο gameplay.

Ομολογώ πως όταν μας δόθηκε το Vampyr δεν περίμενα πολλά. Ακολουθούσα την ανάπτυξή του, και έβλεπα τις παρουσιάσεις της Focus Home πάνω στον τίτλο αλλά δεν μου κέντριζε το ενδιαφέρον ιδιαίτερα πέρα από την ιστορία του. Μετά από αρκετές ώρες παιχνιδιού, μπορώ να πω πως πρόκειται για ένα χαλαρό και ευχάριστο παιχνίδι που θα δοκιμάσει την ηθική μας – και ορισμένες φορές την υπομονή μας -, θα μας κάνει να αναρωτηθούμε για τις επιλογές μας και να δοκιμάσουμε διαφορετικές προσεγγίσεις, χωρίς να γίνεται  αγγαρεία στο τέλος της ημέρας. Αυτό που ίσως μας απασχολήσει είναι το σύστημα μάχης που χρειάζεται αρκετές αλλαγές ακόμα για να γίνει όντως ευχάριστο.

 

Η κριτική βασίστηκε πάνω στο Review Build του Vampyr. Η εμπειρία ενδέχεται να είναι διαφορετική με την κυκλοφορία του παιχνιδιού δεδομένου ότι θα υπάρξει και το αντίστοιχο Day One Patch.

Ευχαριστούμε την IGE Group S.A. για την παροχή του Review Code.

 

 

Vampyr - PC Review
ΙΣΤΟΡΙΑ7
GAMEPLAY5.5
ΓΡΑΦΙΚΑ7
ΑΠΟΔΟΣΗ8.5
ΔΙΑΡΚΕΙΑ7.1
ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ7.5
The Blood (+)
  • Διαφορετικά μονοπάτια ανοίγονται στην ιστορία
  • Καλοφτιαγμένη ιστορία
  • Πολύ καλή απόδοση
The Cross (-)
  • Κακό σύστημα μάχης
  • Άσχημο User Interface
6.5Overall Score
Reader Rating: (3 Votes)
6.8