Σίγουρα έχουμε παίξει στο παρελθόν κάποιο παιχνίδι που ενώ μας έδειχνε, είτε από κριτικές είτε από trailers και μικρά gameplay αποσπάσματα πως αξίζει να ασχοληθούμε με αυτό, τελικά ήταν κατώτερο των περιστάσεων. Αυτή είναι η περίπτωση του Extinction. Ένα παιχνίδι που δανείζεται πολλά στοιχεία από το Attack on Titan και δυστυχώς όχι μόνο από την ιστορία της σειράς, αλλά και από το gameplay του αντίστοιχου ψηφιακού παιχνδιού. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα κακό. Πολλά παιχνίδια και σειρές παιχνιδιών έχουν δανειστεί στοιχεία από άλλα, και είναι κάτι που μπορεί να γίνει και με επιτυχία και να οδηγήσει σε καλύτερα παιχνίδια ή ακόμα και μικρά θαύματα. Μα όσο και να προσπαθήσω, μόνο αρνητικά μπορώ να προσάψω στο Extinction, το δημιούργημα της Iron Galaxy, με εκδότρια εταιρία την Modus Games. Ας το αναλύσουμε όμως λίγο περισσότερο παρακάτω.

Παίζοντας ή ακόμα και βλέποντας το Extinction, θα παρατηρήσουμε πως μας θυμίζει κάτι άλλο. Πέρα από το ότι έχει αντιγράψει πλήρως το concept, την ιστορία, ακόμα και το στυλ γραφικών του Attack on Titan, καταλήγει να μην το εκμεταλλέυεται πλήρως ή τουλάχιστον να χτίζει σε αυτό κάτι καλύτερο. Ο παίχτης χειρίζεται τον Avil, τον τελευταίο από τους Sentinels, μιας οργάνωσης που χειρίζεται μια μυστήρια δύναμη και είναι ικανή να σκοτώσει ή να απωθήσει τα Ogres/Ravenii. Ναι όπως και εσείς, έτσι και εμείς δεν καταλαβαίνουμε ούτε πως, ούτε γιατί συμβαίνουν αυτά, απλά μόνο πως η ανθρωπότητα βρίσκεται στο χείλος της εξαφάνισης από αυτά τα μυστηριώδη πλάσματα. Το παιχνίδι ξεκινάει με μια σκήνη που δείχνει πως γνωρίστηκαν οι δύο πρωταγωνιστές μας, και αμέσως μετά μας πετάει στην πρώτη πίστα, όπου απλά βλέπουμε τα πάντα γύρω μας να είναι κατεστραμένα από τους γίγαντες. Εννοείται πως δεν είναι λάθος απαραίτητα ένα παιχνίδι να μην μας εξηγεί τι συμβαίνει από την αρχή, αλλά στην περίπτωση του Extinction, έχει γίνει με τον πιο λάθος τρόπο. Είναι σαν να ξεκινάμε να βλέπουμε μια καινούργια σειρά από την μέση της σεζόν. Η εισαγωγή τελειώνει με τον Avil και την φίλη του να συμφωνούν πως ο μόνος τρόπος για να καταφέρουν να σβήσουν τον κίνδυνο τον Ravenii, είναι με την βοήθεια του Βασιλιά. Με πιο απλά λόγια, όσο περισσότερο παίζουμε, τόσο πιο άγνωστοι νιώθουμε, καθώς το παιχνίδι δεν μας εξηγεί τίποτα. Αν η ιστορία γίνεται πιο συναρπαστική στο τέλος μας είναι άγνωστο, αλλά το Extinction σίγουρα δεν μας προτρέπει από το να το μάθουμε.

Δεν θέλει να μας βάλει στον κόσμο του όχι μόνο από την κακογραμμένη εισαγωγή του αλλά κυρίως από το gameplay, που είναι και το κυριότερο στοιχείο σε έναν τίτλο δράσης. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα, και είναι και ο λόγος που θεωρώ πως η ομάδα ανάπτυξης του παιχνιδιού έχει κάνει αρκετά λάθη. Παίζοντας στο πρώτο κεφάλαιο, μένουμε έκπληκτοι από το πόσο ρηχό, απλό και υποτιμητικό είναι το gameplay ειδικά όσο αφορά το σύστημα μάχης και την μετακίνηση. Ο χαρακτήρας μας τρέχει προς κάθε κατεύθυνση, σκοτώνοντας τέρατα, ή για να το θέσουμε πιο σωστά, πατώντας ακατάπαυστα το κουμπί της επίθεσης προς το τέρας, χωρίς κανένα συγκεκριμένο ρυθμό και εννοείται χωρίς κλειδωμένο στόχο. Κρατάμε ασφαλείς τους κατοίκους του βασιλείου, τηλεμεταφέρωντας τους με κρύσταλους που έχει τοποθετήσει η συμπρωταγωνίστρια μας. Και αυτό είναι όλο. Αλήθεια. Στην επόμενη πίστα συμβαίνει ακριβώς το ίδιο, απλά μας παίρνει ένα ή δυο λεπτά περισσότερο. Φυσικά όμως, θα δώσουμε άλλη μια ευκαιρία στο παιχνίδι, αφού περιμένουμε να εμφανιστεί το πρώτο μεγάλο boss του παιχνιδιού, που στην ουσία είναι και το σημείο ενδιαφέροντος, δηλαδή οι μάχες με γίγαντες. Στην τρίτη πίστα εμφανίζεται ο πρώτος Ravenii. Είναι το πρώτο παιχνίδι στην ζωή μου που το boss fight είναι χειρότερο από το να πολεμάς απλούς εχθρούς.

Περιστρεφόμαστε γύρω από τον γίγαντα, μέχρι να βρούμε κάποιο αδύναμο σημείο του, για να του κόψουμε για παράδειγμα το πόδι, ώστε να πέσει κάτω στο έδαφος για να μας γίνει πιο έυκολο το έργο εξολόθρευσης. Μην αγχώνεστε, δεν είναι δύσκολο, καθώς σε κάθε γίγαντα που θα συναντήσουμε, τα αδύναμα σημεία του είναι τα ίδια. Θα του κόψουμε το γόνατο ή την πανοπλία που έχει πάνο σε αυτό, και μετά σκαρφαλώνουμε και του κόβουμε τον λαιμό, και αυτό ήταν. Οι επιθέσεις στον γίγαντα γίνονται με διαφορετικό τρόπο από ότι στους κανονικούς εχθρούς. Φορτώνοντας ενέργεια, θα επιτεθούμε δυναμικά σε απολύτως συγκεκριμένα σημεία, αλλιώς η επίθεση μας είναι άσκοπη. Περιφερόμαστε γύρω από τον γίγαντα τυχαία, μέχρι να αποφασίσει να σταματήσει να κουνιέται έστω και λίγο, ώστε να ορμήξουμε στα αδύναμα σημεία του. Αν αποφασίσει όμως να επιτεθεί, πράγμα που θα γίνει τελείως στην τύχη και χωρίς καμία ένδειξη, τότε υπάρχει και η πιθανότητα να πεθάνουμε με ένα και μόνο χτύπημα. Είναι ένα στοιχείο που δεν βλέπουμε πολύ συχνά σε παιχνίδια. Στο Extinction, συνεχίζουμε ακριβώς από εκεί που είχαμε μείνει, χωρίς να αλλάζει τίποτα. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να μην έχουμε μπάρα ζωής, δεν θα άλλαζε τίποτα.  Η αποφυγή του χαρακτήρα μας δεν είναι και η καλύτερη, αφού πιο γρήγορα αποφεύγουμε επιθέσεις τρέχοντας, παρά κάνοντας dodge. Τέλος, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να υπολογίσουμε το hitbox των εχθρών αλλά ούτε το δικό μας, οπότε θα νιώσουμε ότι τα χτυπήματα των εχθρών, αλλά και τα δικά μας, βρίσκουν στόχο σχεδόν στην τύχη. Μερικές επιθέσεις θα νιώσουμε ότι δεν μας αγγίζουν ποτέ, και άλλες πως μας πετυχαίνουν ακόμα και αν έχουμε διατηρήσει μεγάλη απόσταση από τους γίγαντες.

Τα γραφικά και η αισθητική του παιχνιδιού είναι εξίσου χαμηλής ποιότητας. Τα γραφικά και το καρτούν στυλ θυμίζουν Worms Mayhem για το PS2, που όμως τότε ήταν εντυπωσιακά, γιατί είχαμε 2005. Τα κτίρια είναι μουντά και ίδια μεταξύ τους, η παλέτα των χρωμάτων είναι απίστευτα μικρή, και χρησιμοποιείται για οτιδήποτε εμφανίζεται στην οθόνη μας όσο παίζουμε, κάνοντας μας να νιώθουμε πως βλέπουμε μια κακοζωγραφισμένη και βαρετή κινούμενη εικόνα. Για το σχεδιασμό των χαρακτήρων καλό είναι να μην αναφέρουμε και πολλά. Οι γίγαντες θυμίζουν δοκιμαστικά σχέδια ενός μεγαλύτερου έργου, και σχεδιασμένοι 40 χρόνια πριν για το πρώτο Dungeons and Dragons επιτραπέζιο. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τον πρωταγωνιστή μας, ο οποίος ενώ είναι καλοσχεδιασμένος, δεν αποτελεί κάτι το εντυπωσιακό. Το μόνο θετικό που μπορούμε να πούμε στο κομμάτι των γραφικών, είναι τα ειδικά εφέ των επιθέσεων. Είναι παιχνίδι hack n slash και είναι λογικό να περιέχει τέτοια εφέ και σχεδιασμό και ξέρω πως αν ήμουν 13 ετών και το Extinction ήταν το πρώτο μου παιχνίδι, ίσως και να μου άρεσε. Αλλά στην σημερινή αγορά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι ο στόχος κάποιας εταιρείας, τουλάχιστον αν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο δημογραφικό. Όσον αφορά την απόδοση, με σημείο αναφοράς τα παραπάνω επιχειρήματα, το παιχνίδι σε ένα high ranged σύστημα  ( 8GB RAM / AMD RYZEN 5 1600 6-CORE 3,2GHZ / GTX 1060 3GB) τρέχει στις υψηλές ρυθμίσεις και χωρίς προβλήματα, οπότε δεν θα συναντήσουν προβλήματα ακόμα και low-mid range συστήματα.

Εν κατακλείδι, θεωρώ το Extinction έναν απλό indie τίτλο με αρκετά «τσιμπημένη» τιμή για αυτά που προσφέρει. Δεν είναι απαραίτητα κακός ο τίτλος του «Indie» τίτλου, αλλά είναι κακό όταν μας δίνεται με ποιότητα ενός ΑΑΑ παιχνιδιού. Υπάρχουν αμέτρητες μικρές εταιρίες που παράγουν αξιοπρεπέστατους indie τίτλους, μέχρι να κάνουν το πρώτο μεγάλο βήμα και να κυκλοφορήσουν κάποιο καλύτερο και πιο περιεκτικό έργο. Ακριβώς εκεί είναι το πρόβλημα με το Extinction. Για έναν τίτλο με μονότονο gameplay, μικρή διάρκεια και με τίποτα αξιομνημόνευτο, η τιμή του θα έπρεπε να περιορίζεται σε ένα εύρος πολύ χαμηλότερο, που έχουν ήδη παιχνίδια τέτοιου τύπου. Τότε θα ήταν αποδεκτό και δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Μια φτηνή και απλή δουλειά, για την αντίστοιχη τιμή. Δυστυχώς δεν ισχύει. Το παιχνίδι δεν προτείνεται σε κανέναν, όσο κυμαίνεται στην τιμή που βρίσκεται τώρα.

Το Extinction είναι διαθέσιμο στο Steam στην τιμή των 59,99€

Extinction - PC Review
ΙΣΤΟΡΙΑ3
GAMEPLAY3
ΓΡΑΦΙΚΑ4.5
ΑΠΟΔΟΣΗ8
ΔΙΑΡΚΕΙΑ3
ΜΟΥΣΙΚΗ2
ΑΡΝΗΤΙΚΑ
  • Βαρετή αντιγραμμένη ιστορία
  • Ακόμα πιο βαρετό gameplay, επαναλαμβανόμενες αποστολές
  • Υπερβολικά υψηλή τιμή για αυτό που προσφέρει
4Overall Score
Reader Rating: (2 Votes)
3.0